Ελληνες πίσω από την startup που μπήκε στη λίστα του Forbes Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019 11:55

Εντονο ελληνικό άρωμα έχει μια τις πιο επιτυχημένες νεοφυείς επιχειρήσεις στις ΗΠΑ, που μόλις πρόσφατα συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο του Forbes «Η επόμενη startup του ενός δισ. δολαρίου».

Η Transfix, με έδρα την Νέα Υόρκη, δραστηριοποιείται στην αγορά για μεταφορές φορτίων μέσω φορτηγών, μια αγορά που στην Αμερική εκτιμάται ότι έχει τεράστιες δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης, καθώς υπολογίζεται σε περισσότερα από 800 δισ. δολάρια ετησίως. Στην συγκεκριμένη αγορά υπολογίζεται ότι οι επιχειρήσεις φορτηγών εμπορευμάτων καταγράφουν περισσότερα από 54 δισ. μίλια διαδρομών χωρίς φορτίο, με ότι συνεπάγεται αυτό για την οικονομική τους βιωσιμότητα. Στο ζήτημα αυτό έρχεται να δώσει λύση η Transfix, αποτελώντας την πρόταση uber στον τομέα των εμπορευματικών μεταφορών με φορτηγά για μετακίνηση προϊόντων. Ξεκίνησε ως μια οικογενειακή μικρή επιχείρηση στο Milltown, στο New Jersey, που έφερνε σε επικοινωνία ιδιοκτήτες φορτηγών με εταιρίες που ήθελαν να πραγματοποιήσουν μεταφορές.

Όπως αναφέρει σε πρόσφατο εκτενές δημοσίευμα του το Forbes, o Drew McElroy σε ηλικία 12 ετών βοηθούσε τους γονείς τους κρατώντας το τηλεφωνικό κέντρο της εταιρίας. Το 2013 την οικογενειακή επιχείρηση διαδέχεται η Τransfix με τον Drew ως συνιδρυτή και CEO. Έχοντας απορροφήσει συνολική επένδυση 78 εκατομμυρίων δολαρίων μέσω venture capital - σύμφωνα με τo Forbes - σήμερα η εταιρία σήμερα αποτιμάται στα 800 εκατομμύρια δολάρια.

Το ελληνικό στοιχείο

Το fund «Charge Ventures που «ανακάλυψε» την Transfix έχει μαζί με τους Chris Habachy και τον Brett Martin, ως συνεργάτη τον Έλληνα Θάνο Παπαδημητρίου, ο οποίος και ο ίδιος σταρτάπερ στο ξεκίνημα της καριέρας του, έζησε και δημιούργησε για περισσότερα από 10 χρόνια στο παγκόσμιο κέντρο της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων, στη Silicon Valley στην Καλιφόρνια, ήταν από τους λίγους Έλληνες που γύρισε στην Ελλάδα το 2012, στην καρδιά της κρίσης, πιστεύοντας στις προοπτικές της χώρας. Δραστηριοποιείται σήμερα σε ένα ευρύ κύκλο του επιχειρείν παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα.

Επιπλέον, Charge Ventures αποτελεί fund που συγκεντρώνει κυρίως κεφάλαια, μεταξύ άλλων, και Ελλήνων επενδυτών για επενδύσεις σε εταιρείες νέας τεχνολογίας. Το fund έχει επενδύσει ήδη σε περίπου 30 εταιρείες όπως οι Transfix, Electric AI, Simple Contacts, Cargo, και Common Networks. Η διαδικασία επιλογής τεχνολογικών επενδύσεων απαιτεί αέναη εξεύρεση και αξιολόγηση νέων ιδεών και είναι εκεί που το μέγεθος και το βάθος το αμερικανικού οικοσυστήματος βοηθά, αρκεί να έχει κανείς όρεξη, οργάνωση και καθαρό μάτι. Στην περσινή χρονιά η Charge Ventures αξιολόγησε περί τις 1.000 εταιρείες για να επενδύσει εντέλει σε 5 από αυτές, ενώ τα πρώτα δείγματα για το 2019 δείχνουν ότι η Charge θα καταφέρει να αξιολογήσει 1.500 υποψήφιες εταιρείες.

Όμως μια πρώτη επένδυση σε μια εταιρία, όπως αναφέρουν στελέχη του fund, δεν είναι η ολοκλήρωση - αλλά - η αρχή της σχέσης που έχει ένα fund με την εταιρία. Σε επόμενο στάδιο, αυτό που προσδοκά από αυτή την σχέση το fund είναι η εταιρία να πετύχει τους στόχους της και να είναι σε θέση να προσελκύσει εκ νέου κεφάλαια (επανεπενδύσεις ή follow-on investments) για την περαιτέρω ανάπτυξή της μέσω δημιουργίας νέων προϊόντων ή εισόδου σε νέες αγορές. Είναι γενικώς αποδεκτό ότι τα follow-ons αποτελούν επιβράβευση από την αγορά και η Charge τα τελευταία 3 χρόνια έχει πετύχει επανεπενδύσεις σε πάνω από το 70% των εταιριών στο χαρτοφυλάκιο της. Αυτή η επίδοση είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή και τοποθετεί το fund ήδη σε περίοπτη θέση σε σχέση με άλλα αντίστοιχα στη Νέα Υόρκη.

Η Νέα Υόρκη, σύμφωνα με στοιχεία που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, εξελίσσεται ταχύτατα σε ανταγωνιστή του Silicon Valley στην Καλιφόρνια και ειδικά σε τομείς όπως είναι η τεχνολογία διαφήμισης (adtech), η χρηματοοικονομική τεχνολογία (fintech) και άλλες. Σε απόλυτα νούμερα, η Νέα Υόρκη έχει ήδη ξεπεράσει τη Βοστώνη και άλλα μεγάλα τεχνολογικά κέντρα στον κόσμο και έχει αναδειχτεί στο νούμερο 2 παίκτη στον χώρο των start-ups και του venture capital.