Έρευνα: Τι παράξενο μπορεί να συμβεί όταν κοιτάζουμε κάποιον στα μάτια; Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2019 11:31

Ένας ψυχολόγος με έδρα την Ιταλία λέει ότι έχει βρει έναν απλό τρόπο για να άλλαξει τη συνειδησιακή κατάσταση υγιών ανθρώπων: «απλά βάλτε δυο άτομα να καθίσουν σε ένα δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό και να κοιτάξουν ο ένας στα μάτια του άλλου για 10 λεπτά».

Οι αισθήσεις που απορρέουν μοιάζουν με ήπια «διάσχιση» - ένας μάλλον ασαφής ψυχολογικός όρος για τα άτομα που χάνουν την κανονική σύνδεσή τους με την πραγματικότητα. Η εμπειρία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει διάφορα συναισθήματα όπως ότι ο κόσμος είναι εξωπραγματικός, να καταγράφεται απώλεια μνήμης και να βιώνονται περίεργες αντιληπτικές εμπειρίες, όπως το να βλέπουν οι άνθρωποι τον κόσμο σε μαύρο και άσπρο πλαίσιο.

Ο Τζιοβάνι Καπούτο προσέλαβε 20 νεαρούς ενήλικες (15 εκ αυτών γυναίκες) προκειμένου να σχηματίσουν ζεύγη. Κάθε ζευγάρι καθόταν σε καρέκλες, ο ένας απέναντι από τον άλλον, ένα μέτρο μακριά, σε ένα μεγάλο δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό. Συγκεκριμένα, το επίπεδο φωτισμού ήταν 0.8 lx, (όπως δηλαδή το φως της πανσελήνου σε μία ξάστερη βραδιά) το οποίο ο Καπούτο ισχυρίζεται ότι «επιτρέπει τη λεπτομερή αντίληψη των λεπτών χαρακτηριστικών προσώπου, αλλά μία εξασθενημένη αντίληψη των χρωμάτων».

Η αποστολή των συμμετεχόντων ήταν απλά να κοιτάξουν στα μάτια ο ένας τον άλλον για 10 λεπτά και όλο αυτό το διάστημα να διατηρήσουν μία ουδέτερη έκφραση του προσώπου. Μια ομάδα ελέγχου των επιπλέον 20 συμμετεχόντων συμμετείχαν σε ένα αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο σε ζεύγη, αλλά οι καρέκλες τους είχαν κατεύθυνση προς τον τοίχο και κοίταζαν προς αυτόν. Προηγουμένως στις δύο ομάδες είχαν πει ότι η μελέτη επρόκειτο να περιλαμβάνει μια «στοχαστική εμπειρία με τα μάτια ανοιχτά».

Μόλις πέρασαν τα 10 λεπτά, οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν τρία ερωτηματολόγια: το πρώτο ήταν ένα ερωτηματολόγιο 18 σημείων διασχιστικών καταστάσεων. Τα άλλα δύο ερωτηματολόγια ήταν σχετικά με την εμπειρία τους από το πρόσωπο του άλλου ατόμου (ή το πρόσωπό τους αν ήταν στην ομάδα ελέγχου).

Η εμπειρία

Οι συμμετέχοντες της ομάδας που κοίταζαν ο ένας τα μάτια του άλλου, ανέφεραν ότι βίωσαν μια συναρπαστική εμπειρία σε αντίθεση με ό, τι είχαν νιώσει ποτέ πριν. Είχαν επίσης υψηλότερη βαθμολογία και στα τρία ερωτηματολόγια από την ομάδα ελέγχου. Στη δοκιμή των διασχιστικών καταστάσεων, είχαν τις ισχυρότερες βαθμολογίες στα αντικείμενα που σχετίζονται με μειωμένη ένταση του χρώματος, οι ήχοι φαίνονταν πιο ήσυχοι ή πιο δυνατοί από ό, τι αναμενόταν, ξέφευγαν απο τη πραγματικότητα και ο χρόνος φαινόταν σαν να διαρκούσε περισσότερο. Στο ερωτηματολόγιο σχετικά με το «παράξενο πρόσωπο», το 90% της ομάδας που κοίταζε στα μάτια, συμφώνησε ότι είχε δει μερικά παραμορφωμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, το 75% είπαν ότι είχαν δει ένα τέρας, το 50% είπαν ότι είδαν πτυχές του δικού τους πρόσωπου στο πρόσωπο του συντρόφου τους και το 15% είπαν ότι είχαν δει το πρόσωπο ενός συγγενή.

Ο Καπούτο πιστεύει ότι οι ψευδαισθήσεις του προσώπου είναι ένα είδος υποτροπής των συμπτωμάτων, καθώς οι συμμετέχοντες στην ομάδα που κοιτάζονταν στα μάτια, επέστρεφαν στην «πραγματικότητα» μετά την αποσύνδεση. Αυτό όμως είναι, σε μεγάλο βαθμό, θεωρητικό και ο ίδιος παραδέχεται ότι η μελέτη θα πρέπει να θεωρηθεί προκαταρκτική. Ο ερευνητής θέλει επίσης να επισημάνει ότι, ενώ είναι αλήθεια ότι η ομάδα που κοίταζε στα μάτια του άλλου είχε υψηλότερη βαθμολογία στο ερωτηματολόγιο στις διασχιστικές καταστάσεις από την ομάδα ελέγχου, δεν παρουσίασαν σε κανένα από τα στοιχεία της κλίμακας, μετρήσεις μεγαλύτερες από 2,45 κατά μέσο όρο, σε μια κλίμακα πέντε σημείων (όπου 0 είναι «καθόλου» και το 5 είναι «εξαιρετικά»).

Ένα άλλο μεθοδολογικό πρόβλημα είναι ότι οι ερευνητές δεν μπορούσαν να διακρίνουν ποιες είναι οι κρίσιμες μεταβλητές που εξήγαγαν τα συμπεράσματα που περιγράφηκαν από τους συμμετέχοντες που κοίταζαν στα μάτια τον απέναντί τους. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο χαμηλός φωτισμός δεν ήταν ο μόνος σημαντικός παράγοντας, επειδή η ομάδα ελέγχου κάθισε στο ίδιο δωμάτιο, με τον ίδιο χαμηλό φωτισμό. Ωστόσο, ήταν ελεύθεροι να μετατοπίσουν το βλέμμα τους τριγύρω, σε αντίθεση με αυτούς που έπρεπε να διατηρήσουν το βλέμμα τους στα μάτια του απέναντί τους.

Άλλες ενδείξεις προέρχονται από προηγούμενες έρευνες του Καπούτο και των συνεργατών του. Αυτές οι μελέτες διαπίστωσαν ότι το παρατεταμένο κοίταγμα μιας κουκίδας στον τοίχο, μπορεί να προκαλέσει αποσυνδετικές καταστάσεις, μπορεί όμως να συμβεί επίσης όταν ένα πρόσωπο κοιτάζει το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Ωστόσο, το κοίταγμα στα μάτια ενός άλλου ατόμου, θα μπορούσε να είναι η πιο αποτελεσματική επαγωγική διάσχιση που προκαλεί η άσκηση. Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα του ερωτηματολογίου στην παρούσα μελέτη με εκείνα που αναγράφηκαν σε προηγούμενες έρευνες του, ο Καπούτο ισχυρίζεται ότι αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «διαπροσωπική ατενής βλεμματική επαφή» έχει πιο ισχυρή διασχιστική επίδραση από το να κοιτάζει κανείς το πρόσωπο του στον καθρέφτη.

psychologynow.gr