Κρίσεις και υπερβάσεις του ελληνικού τουρισμού Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2019 00:02


Στον τουρισμό, κάθε κρίση που εκδηλώνεται στο επίπεδο της επικοινωνίας συνήθως εδράζεται σε βαθύτερες δομικές δυσλειτουργίες του κλάδου ή της εκάστοτε εθνικής οικονομίας. Υπό αυτή την έννοια, έχει ενδιαφέρον να αναλογιστούμε τις «επικοινωνιακές» κρίσεις που παρουσιάστηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια στη χώρα μας.

- Η ιδιωτική οικονομία του τουρισμού επαφίεται στη χρήση και ενίοτε στην κατάχρηση δημοσίων υποδομών, η κατασκευή και το κόστος των οποίων κατά κανόνα κοινωνικοποιείται. Κατ’ επέκταση, η συρρίκνωση των δημοσίων επενδύσεων ήταν νομοτελειακό να οδηγήσει σε ελλιπή συντήρηση των σχετικών υποδομών, την ίδια στιγμή που το αναδυόμενο όχημα εξόδου από την κρίση, η μεγέθυνση των τουριστικών δραστηριοτήτων, οδηγούσε αναπόφευκτα σε υπερεκμετάλλευση των δικτύων κοινής ωφέλειας και των δημοσίων υποδομών χωρίς ανάλογη συντήρηση ή ανανέωση τους.

Η σταθεροποίηση του ρυθμού αύξησης των εισερχόμενων τουριστών στη χώρα μας και κυρίως η χρεοκοπία του αρχαιότερου τουριστικού πρακτορείου στον κόσμο, του Thomas Cook, με τον οποίο είναι συνδεδεμένες εκατοντάδες μονάδες σε όλη τη χώρα, έθεσε μετ’ επιτάσεως στο δημόσιο διάλογο ερωτηματικά για το μέλλον του ελληνικού τουρισμού. Ακόμα και αν η μικρή αυτή υποχώρηση δεν μπορεί να εκληφθεί ως σημάδι μιας συνολικότερης επιβράδυνσης του ρυθμού της τουριστικής κίνησης ύστερα από έξι χρόνια αλλεπάλληλων ρεκόρ, η χρεοκοπία του βρετανικού ταξιδιωτικού κολοσσού φαίνεται να προσθέτει και άλλα σύννεφα πάνω από τον κλάδο. Μέχρι αυτή την ώρα, σύμφωνα με τις μαξιμαλιστικές εκτιμήσεις του ΣΕΤΕ, η ζημιά για τον κλάδο υπολογίζεται στα 250 με 500 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι συνακόλουθες συνέπειες δεν μπορεί παρά να έχουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες όπου δραστηριοποιούνταν η εταιρεία, καθώς και στα δημόσια οικονομικά. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε σήμερα για κρίση του ελληνικού τουρισμού;

Η διεθνής αύξηση της ζήτησης στον τουριστικό τομέα γνωρίζει μια πρώτη κάμψη, ως αποτέλεσμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, το 2009 και φτάνει στο ναδίρ της το 2012. Από τότε η διεθνής τουριστική ζήτηση για μεσογειακούς προορισμούς επανέρχεται και πάλι στους ρυθμούς αύξησης της περιόδου πριν από την κρίση. Ο τουρισμός στη χώρα μας ευνοείται από αυτό το ρεύμα και αποκαθιστά την πρόσκαιρη κρίση του έχοντας ενσωματώσει και ορισμένα νέα στοιχεία. Πρώτον, η Αραβική Άνοιξη με τη συνεχιζόμενη και διαρκή αστάθεια στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου και της βόρειας Αφρικής εντείνει τη ζήτηση για ανάλογους μεσογειακούς προορισμούς, όπως η Ελλάδα. Δεύτερον, η βεντάλια των χωρών αποστολής τουριστών ανοίγει σημαντικά και, ως αποτέλεσμα αυτού, η χώρα σταδιακά ενισχύεται με επισκέπτες από τη Ρωσία, την Κίνα, τις Αραβικές χώρες και τις χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου, τάση η οποία ήταν εμφανής και την περίοδο προ κρίσης.

Ωστόσο, η βασική διαφορά του τουριστικού προϊόντος προ και μετά την κρίση σχετιζόταν με τη διαφοροποίηση των μέσων διάθεσής του. Από την πίτα της αλματώδους αύξησης των εισερχομένων τουριστών τη μερίδα του λέοντος την παίρνουν μετά την κρίση νέες μορφές οργάνωσης της τουριστικής περιήγησης που διαμεσολαβούνται κατά βάση από τη χρήση ψηφιακών πλατφόρμων οργάνωσης της διαμονής και της ψυχαγωγίας, καθώς και low-cost αεροπορικές εταιρείες. Η νέα μορφή τουριστικής περιήγησης, το αναδυόμενο μαζικό τουριστικό προϊόν της χώρας, είναι εξατομικευμένο, συγκροτείται συχνά από τον ίδιο τον καταναλωτή, και έχει ως βασικούς διεθνείς παίκτες αεροπορικές εταιρείες και ολιγοπωλιακές διεθνείς πλατφόρμες, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα, όπου η ταξιδιωτική κίνηση επικαθοριζόταν αποκλειστικά και μόνο από τις επιλογές των ολιγοπωλιακών τουριστικών πρακτορείων. Η επικαιρότητα των συζητήσεων για τις κοινωνικές συνέπειες του AirBnB εδράζεται ακριβώς σε αυτή την τεκτονική μετατόπιση στη μορφή διάθεσης του τουριστικού προϊόντος.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ελληνικός τουρισμός υπερβαίνει την κρίση, στο βαθμό ακριβώς που και ο γεωπολιτικός παράγοντας λειτουργεί ευνοϊκά υπέρ του, έχοντας ενσωματώσει και τις αλλαγές από το νέο κύκλο ψηφιοποίησης του τουριστικού κλάδου, καθώς και των νέων μορφών αξιολόγησης της τουριστικής διαμονής, μετακίνησης και εμπειρίας. Αντίθετα, η ίδια η κατάρρευση της εταιρείας Thomas Cook είναι αποτέλεσμα τόσο της ιδιαίτερης συνθήκης που δημιουργούσε η συγκυρία του Brexit για το βρετανικό κολοσσό, όσο όμως και της ανικανότητάς της να μετασχηματιστεί με τρόπο τέτοιο ώστε να ακολουθήσει τις εξελίξεις στον κλάδο.

Στον τουρισμό, κάθε κρίση που εκδηλώνεται στο επίπεδο της επικοινωνίας συνήθως εδράζεται σε βαθύτερες δομικές δυσλειτουργίες του κλάδου ή της εκάστοτε εθνικής οικονομίας. Υπό αυτή την έννοια, έχει ενδιαφέρον να αναλογιστούμε τις «επικοινωνιακές» κρίσεις που παρουσιάστηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια στη χώρα μας. Η Ελλάδα μπήκε στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος την περίοδο των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή του τρίτου μνημονίου διά των δημόσιων συζητήσεων περί της ενδεχόμενης εξόδου της από το ευρώ και στη συνέχεια κατά την περίοδο της μεγάλης προσφυγικής κρίσης του καλοκαιριού του 2015. Στην πρώτη περίπτωση, η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού δέχεται πλήγμα από την αύξηση του ΦΠΑ στην εστίαση και από τη συζήτηση για τις φοροαπαλλαγές στα ελληνικά νησιά, ενώ στη δεύτερη συγκυρία πολλά από τα ελληνικά νησιά που αποτελούσαν κατεξοχήν πόλους προσέλκυσης τουριστών λειτούργησαν ταυτόχρονα και ως τόποι υποδοχής του γιγαντωμένου προσφυγικού ρεύματος. Κανένα, ωστόσο, από τα δύο αυτά γεγονότα δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει το ρυθμό αύξησης των εισερχόμενων τουριστών στη χώρα. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η διαχείριση του προσφυγικού είχε αναπόφευκτα σημαντικά κενά. Στο τέλος της ημέρας, το επικοινωνιακό αποτύπωμα μιας κυβέρνησης που έστω και επί της αρχής αναφέρονταν στην υποχρέωση υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας λειτούργησε μάλλον προστατευτικά έναντι της φήμης της χώρας ως τόπο φιλοξενίας.

Την ίδια πενταετία, όμως, επιμέρους κρίσεις δημόσιων υποδομών στιγματίζουν τη φήμη μεμονωμένων τουριστικών προορισμών της Ελλάδας. Η αδυναμία διαχείρισης του προβλήματος των απορριμμάτων στην Κέρκυρα, η παρατεταμένη διακοπή της ηλεκτροδότησης στην Ύδρα, ή η συγκοινωνιακή κρίση που έπληξε τη Σαμοθράκη, αποτελούν προβλήματα με μονιμότερα χαρακτηριστικά και ενδεικτικά της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών στον κλάδο. Στην Κέρκυρα, η εμμενής αδυναμία διαχείρισης των απορριμμάτων στο νησί έχει οδηγήσει φέτος τις αφίξεις στο αεροδρόμιο «Ιωάννης Καποδίστριας» στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας τετραετίας. Προφανώς, κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις έχει τις δικές της επιμέρους ιδιαιτερότητες, τη δική της ιστορικότητα, καθώς και διαφορετικές αστοχίες από τους εμπλεκόμενους φορείς. Ωστόσο, αν μπορούσαμε να διακρίνουμε έναν κοινό παρανομαστή σε όλες, αυτός θα ήταν το γεγονός ότι η κρίση και στις τρεις περιπτώσεις οφειλόταν, μεταξύ άλλων, και στη συστηματική παραμέληση υποδομών δημοσίου συμφέροντος και δικτύων κοινής ωφέλειας.

Η ιδιωτική οικονομία του τουρισμού επαφίεται στη χρήση και ενίοτε στην κατάχρηση δημοσίων υποδομών, η κατασκευή και το κόστος των οποίων κατά κανόνα κοινωνικοποιείται. Κατ’ επέκταση, η συρρίκνωση των δημοσίων επενδύσεων ήταν νομοτελειακό να οδηγήσει σε ελλιπή συντήρηση των σχετικών υποδομών, την ίδια στιγμή που το αναδυόμενο όχημα εξόδου από την κρίση, η μεγέθυνση των τουριστικών δραστηριοτήτων, οδηγούσε αναπόφευκτα σε υπερεκμετάλλευση των δικτύων κοινής ωφέλειας και των δημοσίων υποδομών χωρίς ανάλογη συντήρηση ή ανανέωση τους. Δεδομένης δε της εξατομίκευσης των μορφών διάθεσης του τουριστικού προϊόντος, η αύξηση αυτή δεν επικεντρώνεται χωρικά στα σημεία εκείνα όπου το δημόσιο είχε επικεντρώσει τις προσπάθειές του. Σε αντίθεση, δηλαδή, με ό,τι συνέβαινε κατά το παρελθόν, που η ανακάλυψη μιας «ανέγγιχτης» τουριστικής περιοχής συνοδευόταν και από θεσμικές πιέσεις για τη δημιουργία των απαραίτητων δημοσίων υποδομών για την υποστήριξη του αναδυόμενου τουριστικού προϊόντος, στο περιβάλλον που διαμορφώνουν η οικονομία του διαμοιρασμού και το AirBnB οι υποδομές που φθείρονται και οι επενδύσεις που δεν γίνονται αφορούν κατά βάση το αστικό περιβάλλον και τις κατ’ εξοχήν περιοχές κατοικίας των αστικών κέντρων της χώρας.

Υπό αυτή την έννοια, αυτόνομη κρίση του τουρισμού δεν υπάρχει, τουλάχιστον πέρα από την ίδια την κρίση της αποεπένδυσης της ελληνικής οικονομίας, των επιπτώσεων της απορρύθμισης του τουριστικού προϊόντος και της αναντιστοιχίας δημοσίου και ιδιωτικού. Την ίδια την κρίση, δηλαδή, των πολιτικών λιτότητας.

* Ο Μιχάλης Νικολακάκης είναι Δρ. Κοινωνιολογίας του Τουρισμού, Μέλος ΣΕΠ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο