Μπλόκο στη μείωση του ορίου χρήσης μετρητών Τετάρτη, 04 Δεκεμβρίου 2019 00:02

 

Φαρμακερή ήταν η πρώτη υπογραφή εγγράφου της ΕΚΤ από την Κριστίν Λαγκάρντ για ελληνικό ζήτημα που αφορά τους περιορισμούς στη χρήση μετρητών.

Η Λαγκάρντ όχι μόνο έσταξε δηλητήριο για μονομερείς ενέργειες των ελληνικών Αρχών το 2016, αλλά «πάγωσε» ανάλογες διατάξεις και της σημερινής κυβέρνησης.

Πριν τεθεί σε διαβούλευση το φορολογικό νομοσχέδιο, υπήρχαν πληροφορίες ότι το όριο για χρήση μετρητών μεταξύ καταναλωτών κι επιχειρήσεων θα πέσει από τα 500 ευρώ στα 300 ευρώ ή και ακόμα χαμηλότερα, έτσι ώστε να περιοριστούν οι συναλλαγές κάτω από τη μύτη της εφορίας. Όταν το σχέδιο νόμου τέθηκε σε διαβούλευση, υπήρχε μόνο μια διάταξη, που ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούν να εκπτίπτουν δαπάνες άνω των 300 ευρώ εφόσον δεν έχουν γίνει με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως επίσης τις δαπάνες ενοικίου αν έχουν γίνει τοις μετρητοίς. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή δεν έχει ούτε αυτήν τη διάταξη. Τι ακριβώς συνέβη;

Η επτασέλιδη γνωμοδότηση της ΕΚΤ επί των διατάξεων, που είχε στείλει το υπουργείο Οικονομικών, είναι το «κλειδί» της ιστορίας, καθώς αναπτύσσοντας ένα σκεπτικό για το κατά πόσο αυτοί οι περιορισμοί αντιβαίνουν σε Οδηγίες, αλλά και στην ίδια τη Συνθήκη, καταλήγει σε ένα μεγαλοπρεπέστατο «όχι».

Τα βασικά σημεία της γνωμοδότησης της ΕΚΤ

Ας δούμε ποια είναι τα βασικά σημεία της γνωμοδότησης, η οποία αν και καταλήγει εστιάζοντας στο όριο των 500 ευρώ, «ακτινογραφεί» και το υποχρεωτικό όριο ηλεκτρονικών πληρωμών στο 30% των εισοδημάτων, ενισχύοντας τη φαρέτρα των επιχειρημάτων όσων υποστηρίζουν ότι το μέτρο είναι προβληματικό.

1. Αναφορικά με τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις του Νόμου Φορολογίας Εισοδήματος οι οποίες εκδόθηκαν το 2016 με σκοπό την προώθηση της ευρύτερης χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής στην Ελλάδα, η ΕΚΤ υπενθυμίζει ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν υποβάλει αίτημα διαβούλευσης στην ίδια.

2. Ούτε το δίκαιο της Ένωσης, ούτε η σύσταση της Επιτροπής προβλέπουν ρητά αν και σε ποιο βαθμό μπορεί να επιτρέπεται η θέσπιση ενός γενικότερου περιορισμού στην υποχρέωση αποδοχής μετρητών σε ευρώ, ως μέσου πληρωμής.

3. Αν και η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν εν γένει νόμιμα μέσα διακανονισμού νομισματικών οφειλών πέραν των μετρητών, θα πρέπει να εξακριβώνεται προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές η πρόσβαση όλων των τμημάτων της κοινωνίας στα εν λόγω μέσα, με κόστος συγκρίσιμο με εκείνο των μετρητών. Τούτο, διότι τα συγκεκριμένα άλλα μέσα ενδέχεται να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα μετρητά και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να μην αποτελούν πλήρως ισοδύναμες εναλλακτικές δυνατότητες.

4. Η οδηγία 2014/92/ΕΕ μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας με τον νόμο 4465/2017, ο οποίος θεσπίζει το νομικό πλαίσιο δημιουργίας των προϋποθέσεων που καθιστούν προσιτή σε όλους τους καταναλωτές μια ελάχιστη δέσμη τραπεζικών υπηρεσιών. Ωστόσο, οι εν λόγω τραπεζικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών πληρωμών τις οποίες παρέχουν οι εμπορικές οντότητες ενδέχεται να υπόκεινται σε επιβαρύνσεις.

5. Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι στόχοι του σχεδίου νόμου, δηλαδή: i) η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ii) η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, με παράλληλη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας κατόπιν των μειώσεων του φόρου εισοδήματος εταιρειών και του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, μπορούν εν γένει να συνιστούν «λόγους δημόσιας τάξης» που δικαιολογούν την εισαγωγή αντικινήτρων μέσω της φορολόγησης των πληρωμών με χρήση μετρητών και του συνακόλουθου περιορισμού τους. Ωστόσο, κάθε τέτοιος περιορισμός δεν πρέπει να αντιβαίνει στην ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων ευρώ.

6. Θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι οι προτεινόμενοι περιορισμοί στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών που αφορούν την ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων ευρώ θα είναι αποτελεσματικοί από την άποψη της επίτευξης των δημόσιου χαρακτήρα στόχων που δικαιολογημένα επιδιώκουν. Συνεπώς, θα πρέπει να αποδεικνύεται σαφώς ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι πιθανόν στην πράξη να επιτύχουν τον δεδηλωμένο, δημόσιου χαρακτήρα στόχο, της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.

7. Τυχόν άμεσοι ή έμμεσοι περιορισμοί στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών θα πρέπει ακόμη να είναι ανάλογοι προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς και να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξή τους μέτρα, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι τα μέτρα που προβλέπει το σχέδιο νόμου, επηρεάζουν τις συναλλαγές των φορολογούμενων-φυσικών προσώπων και βασίζονται σε υφιστάμενα νομοθετικά μέτρα τα οποία είχαν θεσπιστεί το 2016 και επιβάλλουν άμεσους περιορισμούς στις πληρωμές με χρήση μετρητών, απαγορεύοντας κάθε τέτοια πληρωμή αξίας άνω των 500 ευρώ στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων 30. Για τον λόγο αυτό, τυχόν αρνητικές επιπτώσεις των προτεινόμενων περιορισμών θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά σε σχέση με τα προσδοκώμενα δημόσια οφέλη. Κατά την εξέταση της αναλογικότητας ενός περιορισμού θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπόψη οι αρνητικές του επιπτώσεις και η δυνατότητα εκπλήρωσης του σκοπού του μέσω της θέσπισης εναλλακτικών μέτρων με λιγότερο αρνητικές επιπτώσεις.

8. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η δυνατότητα διενέργειας πληρωμών τοις μετρητοίς παραμένει ιδιαίτερα σημαντική για ορισμένες κοινωνικές ομάδες που για διάφορους θεμιτούς λόγους, προτιμούν να χρησιμοποιούν μετρητά έναντι άλλων μέσων πληρωμής. Γενικά, τα μετρητά ως μέσο πληρωμής εκτιμώνται επίσης διότι, ως νόμιμο χρήμα, γίνονται ευρέως και γρήγορα αποδεκτά και διευκολύνουν τον πληρωτή στην παρακολούθηση των δαπανών του. Επιπλέον, πρόκειται για μέσο πληρωμής που επιτρέπει στους πολίτες να διακανονίζουν στιγμιαία μια συναλλαγή, είναι δε η μόνη μέθοδος διακανονισμού σε χρήμα κεντρικής τράπεζας και στην ονομαστική αξία, της οποίας η χρήση δεν υπόκειται από νομική άποψη, στην επιβολή τελών. Εξάλλου, οι πληρωμές με χρήση μετρητών δεν απαιτούν λειτουργική τεχνική υποδομή και συναφείς επενδύσεις και είναι πάντα διαθέσιμες· αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περίπτωση διακοπής της δυνατότητας ηλεκτρονικών πληρωμών. Ακόμη, διευκολύνουν τη συμμετοχή του συνόλου του πληθυσμού στην οικονομία, επιτρέποντας τον διακανονισμό κάθε είδους χρηματοοικονομικής συναλλαγής.

Εφόσον ο νομοθέτης επιθυμεί να διατηρηθούν οι περιορισμοί στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών, θα πρέπει να επιλεγούν υψηλότερα κατώτατα όρια και να προβλεφθεί ορισμένος βαθμός ευελιξίας στο σχέδιο νόμου. Οι συναλλαγές τοις μετρητοίς καθ’ υπέρβαση των καθορισμένων ορίων, θα πρέπει να επιτρέπονται εφόσον οι συναλλασσόμενοι είναι σε θέση να διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα της πληρωμής, προσδιορίζοντας το ποσό της συναλλαγής, την αιτιολογία και τα υποκείμενά της.

Συμπέρασμα; Η ΕΚΤ θεωρεί ότι το ισχύον όριο των 500 ευρώ στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών σε συναλλαγές μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων και τα νέα φορολογικά αντικίνητρα προς αποθάρρυνση των εταιρειών να πραγματοποιούν δαπάνες σε μετρητά αξίας άνω των 300 ευρώ, δεν τελούν σε σχέση αναλογίας προς τις πιθανές αρνητικές τους επιπτώσεις, στο σύστημα πληρωμών με χρήση μετρητών.

Τι περιμένει το ΕΚΤ από το υπουργείο Οικονομικών

Το… κερασάκι στην τούρτα; Η ΕΚΤ καλεί το υπουργείο Οικονομικών να αξιολογήσει την αναλογικότητα και συμβατότητα των υπόλοιπων περιορισμών που ισχύουν για τις πληρωμές με χρήση μετρητών (δηλαδή το όριο του 30% αλλά και την έκπτωση φόρου δαπανών αναβάθμισης που γίνονται μόνο ηλεκτρονικά) σε σχέση με την ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα αποτελέσματα των μέτρων αυτών, δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία, για την επίτευξη του στόχου, της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.

Η γνωμοδότηση έχει ημερομηνία 20 Νοεμβρίου και όπως προκύπτει από το σχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, το υπουργείο Οικονομικών απέσυρε τη διάταξη για τις εκπιπτόμενες δαπάνες των επιχειρήσεων, αλλά επέμεινε στις υποχρεωτικές ηλεκτρονικές πληρωμές…

Πηγή: iefimerida.gr