Κ. Πουλάκης: «Στοίχηµα η άµεση ορατή βελτίωση του επιπέδου ζωής των πολιτών» Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018 10:55

Με άρθρο του Στο ΧΩΝΙ που κυκλοφορεί ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης, αναφέρεται στην έξοδο από τα μνημόνια και στην επόμενη μέρα.

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο του:

«Η 21η Αυγούστου αναμφίβολα αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο στην πρόσφατη πορεία της χώρας μας, με μεγάλη συμβολική αξία, αλλά και πολυεπίπεδες πρακτικές συνέπειες.
Συμβολικά, η μέρα αυτή σηματοδοτεί το τέλος μίας μακροχρόνιας κατάστασης εξαίρεσης στην οποία βρέθηκε η Ελλάδα επί οκτώ χρόνια. Οκτώ χρόνια κατά τα οποία η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη πολλές φορές με απόπειρες τρομοκράτησης, ακόμα και εκβιασμού, κατασυκοφαντήθηκε συλλήβδην ως δήθεν μία κοινωνία τεμπέληδων, σπάταλων και διεφθαρμένων, και αντιμετωπίστηκε ως ο «κακός μαθητής» της Ευρώπης, που έπρεπε να διδαχθεί «πειθαρχία». Ακόμα, λοιπόν, και σε συμβολικό επίπεδο, το τέλος αυτής της περιόδου έχει ιδιαίτερη αξία, αφού ολοκληρώνει την προσπάθεια που ξεκίνησε πριν τριάμισι χρόνια να αποκατασταθεί η αξιοπρέπεια και η αυτοπεποίθηση του ελληνικού λαού στη διεθνή σκηνή.

Κυρίως, όμως, το τέλος των μνημονίων έχει, όπως είναι αυτονόητο, και τεράστια πρακτική και ουσιαστική σημασία – ακόμα και αν αυτή δεν είναι ακόμα σήμερα άμεσα αντιληπτή από όλους. Εξάλλου, ούτε και στις 23 Απριλίου του 2010, όταν ο τότε πρωθυπουργός ανακοίνωσε, με το διάγγελμά του από το Καστελόριζο, την υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των μνημονίων, είχε κανείς φανταστεί τι θα ακολουθούσε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μέρα εκείνη δεν αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, (αρνητικά) καθοριστική για τις ζωές όλων μας.

Ρωτάνε λοιπόν – καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα – αρκετοί : Θα πάρετε πίσω τα μέτρα; Θα αυξηθούν τα εισοδήματά μας; Αν όχι, τι σημασία έχει η έξοδος από τα μνημόνια;
Κατ’ αρχάς, ο προβληματισμός αυτός είναι απολύτως θεμιτός. Μετά από μία τόσο παρατεταμένη περίοδο λιτότητας και περιοριστικών μέτρων, η οποία εξανέμισε την αγοραστική δύναμη πολύ μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας και υποβάθμισε, περισσότερο ή λιγότερο, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, το κυρίαρχο στοίχημα για την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ είναι πώς η έξοδος αυτή και η γενικά θετική πορεία των περισσότερων δημοσιονομικών και κοινωνικών δεικτών και του οικονομικού κλίματος θα μεταφραστεί σε άμεση ορατή βελτίωση του επιπέδου ζωής των πολιτών.

Ήδη, στα τριάμιση χρόνια διακυβέρνησης της Αριστεράς, ακόμα και μέσα στις δύσκολες συνθήκες που όριζε το πλαίσιο των μνημονίων, αλλά και η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, έχουν γίνει αρκετά, κυρίως για να σταματήσουμε την κοινωνική καταστροφή της προηγούμενης περιόδου : Η μείωση της ανεργίας, για πρώτη φορά, κάτω από το «ψυχολογικό όριο» του 20%, η πρόσβαση 2,5 εκατομμυρίων ανασφάλιστων συμπολιτών μας στο δημόσιο σύστημα υγείας, τα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης και στήριξης των ασθενέστερων, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος και η εξασφάλιση της βιωσιμότητάς του μεσοπρόθεσμα, με ταυτόχρονη μείωση του ασφαλιστικού βάρους για την πλειοψηφία των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών είναι μερικές μόνο από τις μάχες που δόθηκαν και κερδήθηκαν το προηγούμενο διάστημα.

Τώρα πια, στον ένα χρόνο που απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας της παρούσας κυβέρνησης, ακόμα πιο αποφασιστικά και εντατικά, χάρη στη μεγαλύτερη ελευθερία που μας εξασφαλίζει η λήξη των μνημονίων, τα θετικά αυτά μέτρα πρέπει να πολλαπλασιαστούν, σε συνδυασμό με σημαντικές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες που όχι μόνο θα τονώνουν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά θα θέτουν τις βάσεις για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, απαλλαγμένο από τις στρεβλώσεις του παρελθόντος.

Και βέβαια, δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι τα μνημόνια δεν ήταν μόνο τα διάφορα μέτρα λιτότητας που κατά καιρούς ψηφίστηκαν και εφαρμόστηκαν. Ήταν μία συνολικά διαφορετική πολιτική κατάσταση, μία κατάσταση εξαίρεσης, που έθετε τη χώρα στο διεθνές περιθώριο και είχε άμεσες επιπτώσεις στην εθνική της κυριαρχία. Η υποχρέωση διαπραγμάτευσης με τους «θεσμούς» της παραμικρής πρωτοβουλίας καθυστερούσε σημαντικά – αν δεν ματαίωνε – την ανάληψη πρωτοβουλιών ακόμα και σε θέματα που, εκ πρώτης όψεως, δεν αφορούσαν τη δημοσιονομική πολιτική, με τη στενή έννοια. Και βέβαια, το καθεστώς των μνημονίων «στοίχιζε» και πολιτικά και διπλωματικά στη χώρα, αφού ήταν δύσκολο να διεκδικήσει το ρόλο και τη θέση που της αναλογούσε στο ευρωπαϊκό και διεθνές στερέωμα, τη στιγμή που ήταν οικονομικά και δημοσιονομικά ευάλωτη.
Και σε αυτό το επίπεδο, βέβαια, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να υπερβεί τους περιορισμούς και να διεκδικήσει χώρο και ρόλο σε μία σειρά ζητήματα, όπως το προσφυγικό ή η συζήτηση για μια δημοκρατική επανίδρυση της Ενωμένης Ευρώπης, στοιχείο που αναδείχθηκε ανάγλυφα στη μεγάλη διπλωματική επιτυχία της επίλυσης του θέματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ και της αποκατάστασης των φιλικών σχέσεων με τη γείτονα χώρα, αλλά και στην αντιμετώπιση της κρίσης που προέκυψε με την κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών στην Τουρκία.

Και σε αυτό, επομένως, το πλαίσιο, η έξοδος από το καθεστώς των μνημονίων και η επαναφορά στην «κανονικότητα» δίνει στην ελληνική κυβέρνηση το απαραίτητο περιθώριο ανάληψης πρωτοβουλιών που θα αναβαθμίσουν ακόμη περισσότερο τη θέση της χώρας μας ως έναν σημαντικό πυλώνα εντός της Ε.Ε. και ως μία περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, στο πλαίσιο μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, μακριά από τη θέση του παρία που επιφύλαξαν στην Ελλάδα οι προηγούμενες κυβερνήσεις και οι σύμμαχοί τους.

Η «επόμενη μέρα» είναι λοιπόν εδώ. Χωρίς αυταπάτες και ανέξοδες υποσχέσεις, αλλά με πολλή δουλειά, από καλύτερες και ισχυρότερες θέσεις, για να ξαναστήσουμε, εντός και εκτός συνόρων, τη χώρα και την κοινωνία στα πόδια της, σε στέρεες βάσεις που δεν θα μπορούν να αμφισβητηθούν ξανά στο μέλλον. Τον Σεπτέμβρη του 2015 ζητήσαμε από τους πολίτες να μας εμπιστευθούν για να οδηγήσουμε τη χώρα έξω από το φαύλο κύκλοι των μνημονίων. Πριν λίγες μέρες φτάσαμε στο πρώτο ασφαλές λιμάνι. Αυτό που μένει τώρα – και για αυτό θα κριθούμε στις επόμενες εκλογές – είναι το πώς θα αξιοποιήσουμε την «επόμενη μέρα» που εξασφαλίσαμε. Για να μην πάνε χαμένες οι ταλαιπωρίες του ελληνικού λαού και για να δικαιωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Αριστερά».