Αννέτα Καββαδία: Να αποκτήσει η Δημοκρατία το υπόβαθρο που της αξίζει Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018 14:30

Η Ιστορία είναι εδώ, παρούσα, για να θυμίσει οράματα και για να εμπνεύσει αγώνες. Τις επόμενες σελίδες της θα τις γράψουμε εμείς, όχι μόνο ως ΣΥΡΙΖΑ ή ως Αριστερά, αλλά ο καθένας και η καθεμιά μας. Και από μας εξαρτάται το αν αυτές οι σελίδες θα είναι λαμπρές ή γεμάτες σκόνη.

 

Η Αννέτα Καββαδία είναι βουλευτής Β' Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ

Η χώρα μας στις 21 Αυγούστου εισήλθε, επιτέλους, σε μια νέα πραγματικότητα: Μετά από 8 χρόνια επώδυνων προσπαθειών του ελληνικού λαού, η πόρτα της εξόδου από την ασφυκτική επιτήρηση των μνημονίων άνοιξε, καλλιεργώντας ελπίδες -ανάμεικτες, προφανώς με αγωνία- και πυροδοτώντας συζητήσεις ως προς το τι μέλλει γενέσθαι. Τα επόμενα κυβερνητικά βήματα αναμένονται με αδημονία, ακόμα και από όσους δηλώνουν δύσπιστοι. Οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου καλούνται να καταθέσουν στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου και στην κρίση των πολιτών συγκεκριμένα σχέδια για το παρόν και το μέλλον. Η ελληνική κοινωνία οδεύει προς μια νέα ανασυγκρότηση και τα οδόσημα, οι κατευθύνσεις της καινούργιας αυτής πορείας, θα εξαρτηθούν από τις επιλογές που θα κάνουμε όλες και όλοι μας, το αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα. Θα είναι αυτές οι επιλογές ριζοσπαστικές ή θα έχουμε μια, εκ νέου, παλινόρθωση του παλαιού φαύλου κομματικού προσωπικού, που κυβέρνησε τη χώρα στο παρελθόν, ρίχνοντάς τη στα βράχια της κρίσης;

Η ομιλία του Πρωθυπουργού στο πρώτο, μετά τον ανασχηματισμό, υπουργικό συμβούλιο, που έθεσε ως πρώτη προτεραιότητα τη μάχη για την ανακούφιση της καθημερινότητας, οι εξαγγελίες από το βήμα της ΔΕΘ για φοροελαφρύνσεις, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, αύξηση του κατώτατου μισθού, η πρόσφατη απόφαση περί επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων εργασίας, οι παρεμβάσεις που έχουν ξεκινήσει και συνεχίζονται στην Υγεία, όπως π.χ. η ίδρυση των ΤΟΜΥ, η κατάργηση του εισιτηρίου στα νοσοκομεία, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους, συμπεριλαμβανομένων και των ανασφάλιστων συμπατριωτών μας, οι αντίστοιχες παρεμβάσεις στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας, η σταδιακή, ουσιαστική -αλλά σίγουρα όχι αρκετή- μείωση της ανεργίας, τα μέτρα εμβάθυνσης της δημοκρατίας, η καθιέρωση της απλής αναλογικής, η διαδικασία αδειοδότησης των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, που σηματοδοτεί το τέλος του, επί δεκαετίες, καθεστώτος παράνομης λειτουργίας, ανομίας και ασυδοσίας στο ιδιωτικό τηλεοπτικό τοπίο, όλα αυτά είναι κάποια από τα τελευταία δείγματα γραφής του σχεδίου της Αριστεράς, που προσπαθεί να υλοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα περιβάλλον βαθιών και συχνά δυσμενών πολιτικών ανακατατάξεων τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς, εξαιτίας της ανόδου της ακροδεξιάς.

Στον αντίποδα, έχουμε μια αξιωματική αντιπολίτευση, που δηλώνει ότι θέλει να κυβερνήσει τη χώρα, υιοθετώντας, εν πολλοίς, την ακροδεξιά ρητορεία χωρίς, ταυτόχρονα, να κρύβει τη νεοφιλελεύθερη οπτική της. Ενδεικτική είναι η δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη για την εκχώρηση της επικουρικής ασφάλισης σε ιδιωτικές εταιρείες, μια πρόταση που δεν εξηγεί -όχι τυχαία, βεβαίως- πώς θα πληρώνονται οι 1,5 εκατομμύριο επικουρικοί συνταξιούχοι εάν περάσουν οι εισφορές των σημερινών ασφαλισμένων σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Στην ίδια πρότασή του, ο κ. Μητσοτάκης εισηγήθηκε οριζόντια μείωση στο 15% των εισφορών για την κύρια ασφάλιση, μια πρόταση που πρέπει να εξηγήσουμε ότι ισοδυναμεί με «μαύρη τρύπα» ύψους 2 δισ. ευρώ ετησίως στα ασφαλιστικά ταμεία. Τέτοιου είδους προτάσεις απηχούν ακριβώς την καρδιά της νεοφιλελεύθερης οπτικής: Παράδοση του δημόσιου στον ιδιωτικό τομέα, διάλυση του συλλογικού και αποθέωση του ατομικού. Και, φυσικά, αποποίηση κάθε ευθύνης όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού. Κραυγαλέο παράδειγμα το δάνειο ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ, που οφείλει η ΝΔ στις τράπεζες, όπως ξαναθυμηθήκαμε με την πρόσφατη καταδικαστική δικαστική απόφαση κατά του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τις οφειλές της στην Τράπεζα Πειραιώς, που αφορούν μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Συνοψίζοντας, στη νέα περίοδο, το κοινωνικό πρόσημο που θα έχει η προσπάθεια της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας δύναται να κινείται προς δυο κατευθύνσεις: Είτε αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος υπέρ των μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων -ιδιαιτέρως, δε, της νεολαίας- είτε περαιτέρω συγκέντρωση του εθνικού πλούτου στα χέρια συγκεκριμένων ομάδων «γνωστών» επιχειρηματικών συμφερόντων, που συνηθισμένοι να έχουν τα «δικά τους παιδιά» στους κυβερνητικούς θώκους -προκειμένου να επιδίδονται, χωρίς δυσκολίες, στο… ευγενές σπορ της οικονομικής λεηλασίας των εθνικών κεφαλαίων και των ευρωπαϊκών κονδυλίων- επιδιώκουν την παλινόρθωση της προηγούμενης κατάστασης.

Στη νέα περίοδο θα κριθεί το αν η Δημοκρατία στη χώρα μας θα αποκτήσει το υπόβαθρο που της αξίζει και που προαπαιτείται, προκειμένου να ανθίζουν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ή θα υπάρξει επιστροφή στο συντηρητικό τέλμα και λήθαργο, που ονειρεύονται εθνικιστικοί και φασιστικοί κύκλοι, οι οποίοι δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, αφού δηλητηρίασαν το δημόσιο λόγο, ελέγχοντας εφημερίδες, κανάλια και ραδιόφωνα, αφού εισέβάλλαν στα social media, αισθάνονται πλέον αρκετά δυνατοί, ώστε να εξαπολύουν ολομέτωπη επίθεση σε όσες δημοκρατικές και εργατικές κατακτήσεις έγιναν κατορθωτές με σκληρούς αγώνες τον προηγούμενο αιώνα.

Δεν θα ήταν, λοιπόν, υπερβολή ο ισχυρισμός ότι μπροστά μας έχουμε τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων και αντιλήψεων, μια σύγκρουση, βεβαίως, διόλου καινούργια, που δεν την εφευρίσκουμε τώρα. Σε πείσμα, όσων -νεοφιλελεύθερων βεβαίως- εξήγγειλαν το τέλος της Ιστορίας, η Ιστορία είναι εδώ, έτοιμη να τιμωρήσει όσους αρνούνται να διδαχθούν από λάθη, που πολύ συχνά επαναλαμβάνονται.