ΝΙΤΣΕ-ΒΑΓΚΝΕΡ, ένα έργο για το φασισµό Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017 13:34

Μια παράσταση που δίνει... τροφή για σκέψη στη σκηνή του θεάτρου «ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ»

«Η υπερηφάνεια... Την ήθελε ο Γερµανός. Την ένιωθε όταν έστελνε κόσµο στα κρεµατόρια, όταν χαφιέδιζε ο ένας τον άλλον. [...] Νιώθει ότι υπάρχει, ότι έχει δύναµη. [...] Υπερηφάνεια, υπεράνθρωπος. Αυτό το υπέρ είναι ο κοινός µας παρονοµαστής, Βάγκνερ».

Ο Νίτσε συµφωνεί µε τον Βάγκνερ και η άποψή του αναβιώνει κάτι τόσο δυσάρεστο στην περίπτωση του θεάµατος «ΝΙΤΣΕ-ΒΑΓΚΝΕΡ ένα έργο για το φασισµό», που ανέβηκε για τρίτη φορά στη σκηνή του θεάτρου «ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ» και δεν πρέπει να το χάσετε.

Ακούσια ο Νίτσε τροφοδότησε µετά θάνατον µε τη φιλοσοφία του υπερανθρώπου όλο το χιτλερικό όραµα περί Αρίας φυλής και φυλετικής διαφοράς από άλλες ράτσες. Αυτό συνέβη και µε τον Βάγκνερ, που έφυγε από τη ζωή πολύ πριν εµφανισθεί ο Χίτλερ, και άθελά του συνόδευσε µε τα ροµαντικά και πληθωρικά µουσικά έργα του τις φιέστες της χιτλερικής Γερµανίας. Μπορεί η ιδεολογία να γίνει θέατρο; Μπορεί το θέατρο να εκφράσει τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του κοινού; Μπορεί να τις ερµηνεύσει και να δώσει εξηγήσεις για τις ιδεολογικές και πολιτικές προτιµήσεις του ή και να τις επηρεάσει; Το θέατρο «ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ» θέτει αυτά τα ερωτήµατα µέσα από την έρευνα και το εξαιρετικό κείµενο του σκηνοθέτη Νίκου Καµτσή, ιδρυτή και εµψυχωτή του θεάτρου, που χρόνια παλεύει µε τα κύµατα και ιερουργεί σε έναν πολιτιστικό οργανισµό «που εκπέµπει ένα έντονο και σηµαντικό πολιτιστικό-θεατρικό σήµα»!

Οπως τώρα, που δίνει απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήµατα µέσα από µια φανταστική συνάντηση πάνω στο θεατρικό σανίδι και µια θυελλώδη συζήτηση ανάµεσα στο Νίτσε και τον Βάγκνερ, δύο φίλους και µετέπειτα άσπονδους εχθρούς του 19ου αιώνα, σε µια παράσταση καθαρή, ειλικρινή, που προξενεί συγκίνηση και ανεβαίνει την κατάλληλη στιγµή. Με την έννοια ότι τα ακροδεξιά κινήµατα, που εµφορούνται από ακραίο εθνικισµό προωθώντας τη βίαιη καταστολή και το µιλιταρισµό κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στην Ευρώπη.

Επάνω στη σκηνή (αφαιρετικό σκηνικό Νίκος Καµτσής) λίγες καρέκλες και φωτιστικά µε κεριά, εµφανίζεται µέσα στο σούρουπο ηµίτρελος ο Νίτσε (τον ερµήνευσε εκπληκτικά ο καλός ηθοποιός Νίκος Καραστέργιος).

Εχει αρχίσει να σουρουπώνει και στην κατοικία του φιλόσοφου καταφθάνουν η µητέρα του (Αλεξάνδρα Χαραλαµπίδου), η µικρότερη αδελφή του Ελίζαµπεθ (Μαρκέλλα Στάµου), οπαδός του Χίτλερ, που έχει παραποιήσει χυδαία τα γραπτά και τη φιλοσοφία του αδελφού της, η Λου Σαλοµέ (Ειρήνη Καζάκου, µια παρουσία που έλαµψε στο θεατρικό σανίδι), το αντικείµενο του πόθου του Νίτσε, ένα πνεύµα ελεύθερο, ο Ρίλκε σε βίντεο (Μάξιµος Μουµούρης), ο Φρόιντ (Σάκης Τσινιάρος), και η νοσοκόµα του (Βίκυ Αθανασίου), το µόνο πρόσωπο που δεν ήταν αποκύηµα της φαντασίας του.

Ολοι κουβαλούν «την αύρα µιας θυελλώδους εποχής, που γέννησε παγκόσµιους πολέµους, επαναστάσεις σε όλα τα επίπεδα και κάθε είδους -ισµούς». Σε αυτό το κάλεσµα των παραισθήσεων του Νίτσε, τελευταίος εισβάλλει ο Βάγκνερ (Ανδρέας Παπαγιαννάκης - δυνατός).

Οι δυο τους ήταν πολύ καλοί φίλοι, αλλά η «χαριστική βολή» στη φιλία τους δόθηκε από τη σύνθεση του Βάγκνερ «Πάρσιφαλ» που υµνούσε το χριστιανισµό. Μέχρι την πρεµιέρα της οµώνυµης ροµαντικής όπερας στο Μπαϊρόιτ, όπου ο Νίτσε την έκρινε ως απαράδεκτη και σηκώθηκε και έφυγε στη µέση της παράστασης. Από τότε δεν ξαναµίλησαν και ο Νίτσε ασχολήθηκε συστηµατικά µε τη συγγραφή λιβελογραφηµάτων και βιβλίων εναντίον του Βάγκνερ και των Γερµανών.

Οι δυο τους προσπαθούν σε µεταγενέστερο χρόνο να επανέλθουν στο προσκήνιο µε µοναδικό θέµα συνάντησης το φασισµό, τους Ναζί, τον Χίτλερ, το ρατσισµό που επέβαλε και 50 χρόνια µετά την απελευθέρωση της Ευρώπης από το φασισµό να αναρωτηθούν τι είναι αυτό που στρέφει τις µάζες στο φασισµό σήµερα και ποιοι κοινωνικοί θεσµοί τις στρέφουν προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο Νίτσε, σε ψυχοσωµατικό παραλήρηµα, µπλέκει το παρελθόν, το παρόν και το µέλλον, βάζει τη µάσκα του Χίτλερ και αναφωνεί, οργισµένος: «Οι Γερµανοί ακολούθησαν τον Χίτλερ τυφλά για να καθαρίσουν την Ευρώπη από τους µουσουλµάνους και τους πρόσφυγες». Και καταλήγει να πει: «Εµείς θρέψαµε το φασισµό, Ρίχαρντ. Είναι καιρός να παραµερίσουµε για να έρθουν νέοι άνθρωποι µε λαµπρές ιδέες» και δίνουν τα χέρια. Πρόκειται για µια πολύ δυνατή σκηνή.

Κι από την οθόνη (βίντεο Γιώργος Αλεξίου) ακούµε τη µπότα του ναζισµού στο πλακόστρωτο, βλέπουµε τις στρατιές του Φύρερ να παρελαύνουν στην Ευρώπη σκορπώντας τον όλεθρο, τις θηριωδίες των Ναζί, τους φούρνους των κρεµατορίων και εν γένει τη γενοκτονία των Εβραίων, αλλά και τους σπόρους του σύγχρονου φασισµού, που κυνηγάει τους πρόσφυγες από τον πόλεµο της Συρίας, που θαλασσοπνίγονται στο Αιγαίο, στην προσπάθειά τους να βρουν αποκούµπι στα φιλόξενα νησιά µας. Αλλά και τους άλλοτε υπερήφανους Ελληνες που λιµοκτονούν, να απλώνουν το χέρι για να πάρουν µια τσάντα µε πατάτες και κρεµµύδια, που τους προσφέρουν οι παραγωγοί.

Και οι άλλοι συντελεστές Μίκα Πανάγιου (κοστούµια) και Χρήστος Ξενάκης (µουσική) υπηρέτησαν τη σκηνοθετική µαεστρία του Νίκου Καµτσή, όπως και όλοι οι ηθοποιοί -οφείλω να πω ότι ήταν η ιδανική διανοµή- και ότι η παράσταση δίνει… τροφή για σκέψη.

ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΑΝΟΥ